| The quiet game is a children's game where children must stay quiet. |
Το σιωπηλό παιχνίδι είναι ενα παιδικό παιχνίδι που τα παιδιά πρέπει να παραμείνουν σιωπηλά. |
| Stillness is sometimes a rule but in most cases not. |
Ακινησία είναι μερικές φορές ένας κανόνας αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις όχι. |
| The last child or team to make noise wins the game. |
Το τελευταίο παιδί ή ομάδα που κάνει θόρυβο κερδίζει το παιχνίδι. |
| It is usually acceptable for players to make sounds they cannot control, such as sneezing whereas talking would cause a player to get out. |
Είναι συνήθως αποδεκτό οι παίκτες να κάνουν θορύβους που δεν μπορούν να ελέγξουν, όπως φτάρνισμα ενώ ομιλία μπορεί να προκαλέσει τον αποκλεισμό ενος παίκτη. |
| The game is often played indoors, typically in classrooms. |
Το παιχνίδι παίζεται συνήθως εντός κτηρίου, τυπικά εντός σχολικών αιθουσών. |
| It can also be played outdoors, for instance, at summer camps. |
Μπορεί επίσης να παιχθεί σε εξωτερικούς χώρους, για παράδειγμα, σε θερινές κατασκηνώσεις. |
| One application of the game is for parents to keep their loud children quiet for a long journey. |
Μία εφαρμογή του παιχνιδιού είναι οι γονείς να κρατήσουν τα μεγαλόφωνα παιδιά τους σιωπηλά για ένα μακρύ ταξίδι. |
| It is often used as a social discipline. |
Χρησιμοποιείται συχνά σαν κοινωνική πειθαρχία. |
| There is no writing to others in the silent game because it would count as talking to others. |
Δεν υπάρχει γραφή σε άλλους στο σιωπηλό παιχνίδι επειδή θα μετράει ως μιλώντας σε άλλους. |
| The objective of the game is to get opponents to giggle or talk by any means necessary. |
Ο σκοπός του παιχνιδιού είναι να κάνει τους αντιπάλους να γελάσουν νευρικά ή να μιλήσουν με κάθε δυνατό μέσο. |
| This can include but is not limited to making funny faces and gentle tickling. |
Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει, αλλά δεν περιορίζεται στο να κάνει αστεία πρόσωπα και απαλό γαργαλητό. |
| A person cannot make another make noise by inflicting bodily harm. |
Ένα άτομο δεν μπορεί να κάνει ένα άλλο να κάνει θόρυβο προκαλώντας σωματική βλάβη. |
| There are many versions of this game, but nonetheless follow the same general rules: one who talks is immediately eliminated (laughing included), eventually isolating the winner at the end. |
Υπάρχουν πολλές εκδοχές αυτού του παιχνιδιού, αλλά παρόλα αυτα ακολουθούν τους ίδιους γενικού κανόνες: ένας που μιλάει διαγράφεται αμέσως (συμπεριλαμβανομένου γέλιου), τελικά απομονώνοντας τον νικητή στο τέλος. |
| Sometimes it is played with the words in the dictionary instead of all sounds. |
Μερικές φορές παίζεται με τις λέξεις στο λεξικό αντί για όλους τους ήχους. |